Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

WWW.TOTSISGROUP.GR   Est. 1954

ΤΕΥΧΟΣ logistis
Εισάγετε το email σας
και μείνετε ενημερωμένοι
Downloads
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών ΣυστημάτωνΣυχνές Ερωτήσεις - Απαντήσεις
Λεπτομέρειες Άρθρου
Τετάρτη 11 Απριλίου 2018
Αρθρο του Γιάννη Καραφά Φορολογικού αναλυτή και φορολογικού συμβούλου επιχειρήσεων
Επισφαλείς απαιτήσεις. Διαταγή πληρωμής και δεδικασμένο αυτής Φορολογική αντιμετώπιση (*)



Επειδή στην πράξη εμπλέκονται 2 βασικοί νομοθετικοί άξονες για την διασάφηση της υπόθεσης μίας απόσβεσης επισφαλούς απαίτησης, θα προσπαθήσω να ικανοποιήσω τις διαφορετικές προσεγγίσεις των 2 επιστημονικών πεδίων, του νομικού και του φορολογικού. Δηλαδή,

α) των διατάξεων του ΚπολΔ

β) των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα του άρθρου 26 του Ν 4172/2013 ( ΚΦΕ)

Α) Αρθρο 26 Ν 4172/2013

Επισφαλείς απαιτήσεις

(ισχύς του παρόντος άρθρου για προβλέψεις επισφαλών απιτήσεων φορολογικών περιόδων που κλείνουν μετά την 01/01/2014, δηλαδή φορολογικών περιόδων με έναρξη από 01/07/2013 ή από 01/01/2014 και μετά, καθώς και φορολογικών περιόδων με υπερδωδεκάμηνη χρήση και έναρξη εντός του 2013, ή άλλη έναρξη εντός του 2013, ως συνδεδεμένων επιχειρήσεων με άλλες της Ε.Ε, σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 3 του παρόντα Κώδικα)

1. Τα ποσά των προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων και οι διαγραφές αυτών, με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 5 έως 7 του παρόντος άρθρου, εκπίπτουν για φορολογικούς σκοπούς, ως εξής:

α) για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις μέχρι το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ που δεν έχουν εισπραχθεί για διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών, ο φορολογούμενος δύναται να σχηματίσει πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) της εν λόγω απαίτησης, εφόσον έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης,

β) για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις άνω του ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ που δεν έχουν εισπραχθεί για διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών, ο φορολογούμενος δύναται να σχηματίσει πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων, εφόσον έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Χρόνος υπερημερίας (σε μήνες)

Προβλέψεις (σε ποσοστό %)

>12

50

>18

75

>24

100

 


Σχολιασμός

Με την παρούσα διάταξη μεταβάλλονται άρδην, οι προυποθέσεις και ο τρόπος απόσβεσης των επισφαλών απαιτήσεων, εκ μέρους των επιχειρήσεων. Βασική προυπόθεση είναι να έχουν αναληφθεί όλες εκείνες οι κατάλληλες ενέργειες για την διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης. Ο νομοθέτης δεν καθορίζει ποιές είναι οι διασφαλιστικές ενέργειες, όμως, μπορούμε να τις απαριθμήσουμε, σύμφωνα με την κοινή πείρα.

1) ενέργειες προ της δημιουργίας του προβλήματος.

α) έλεγχος της αξιοπιστίας στην αγορά του πελάτη

β) περιορισμός, κατά το δυνατόν, παροχής πίστωσης, χρονικά και ποσοστιαία

γ) ενημέρωση επί του φορολογικού στοιχείου, για τις συνθήκες εξόφλησης της υποχρέωσης του πελάτη

δ) έλεγχος και πληροφορίες για την πιστοληπτική αξιοπιστία του πελάτη ( από τράπεζες, υπηρεσίες παροχής πληροφοριών, δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις )

2) ενέργειες μετά το πρόβλημα

α) ανάθεση σε δικηγόρο της υπόθεσης, με αποστολή εξωδίκου

β) περαιτέρω ενέργειες για προσφυγή σε ασφαλιστικά μέτρα και πιθανή έκδοση διαταγής πληρωμής

γ) έρευνα για την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του πελάτη.

Σύμφωνα με την πολ. 1056/02.03.2015 της Γ.Γ. Εσόδων, για επιχειρήσεις φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων, με απλογραφικά βιβλία, η παρακολούθηση των επισφαλών πελατών γίνεται κατά εξωλογιστικό τρόπο, δεδομένου ότι, οι επιχειρήσεις αυτές δεν τηρούν καρτέλες πελατών. Επίσης, σύμφωνα με την ίδια πολ. 1056/02.03.2015 της Γ.Γ. Εσόδων, ο σχηματισμός των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις, δεν περιορίζεται μόνον στις χονδρικές πωλήσεις και παροχές υπηρεσιών, αλλά και στις λιανικές αντίστοιχες. Τούτο συμβαίνει σε επιχειρήσεις με συναλλαγές, κυρίως, με ιδιώτες, όπως π.χ ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, φροντιστήρια κτλ. Επίσης, οι απαιτήσεις δεν είναι απαραίτητο να προέρχονται μόνον από πωλήσεις και παροχές υπηρεσιών, δηλαδή από πελάτες, αλλά και από κάθε είδους αιτία, όπως π.χ από προκαταβολές σε προμηθευτές αγαθών, υπηρεσιών ή επενδυτικών αγαθών. Στο ποσό της απαίτησης δεν περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ, ενώ συμψηφίζονται με υπάρχουσες επιστροφές, εκπτώσεις ή άλλες μειώσεις της αξίας αυτών. Προκειμένου για γραφεία ταξειδίων και συγκεκριμένα για απαιτήσεις από χρεώσεις πακέτων, για τα οποία ο ΦΠΑ υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 43 Ν 2859/2000, δεν εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος. Δηλαδή, δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθεί ο εμπεριεχόμενος ΦΠΑ, επομένως η απαίτηση περιλαμβάνει και το ΦΠΑ του ειδικού αυτού καθεστώτος.

Επειδή στην απαίτηση κατά πελάτου, τα διάφορα ποσά συναλλαγών έχουν διαφορετικό χρόνο καθυστέρησης, θα υπολογισθούν χωριστά, ανάλογα με τους χρόνους καθυστέρησης της εξόφλησης αυτών. Σύμφωνα με την ίδια πολ. 1056/02.03.2015 της Γ.Γ. Εσόδων, περιλαμβάνονται στο τρόπο αυτό και οι επισφαλείς απαιτήσεις, που προέκυψαν προ της 01/01/2014 και δεν είχαν διαγραφεί μέχρι τότε. Τον επόμενο χρόνο, θα υπολογισθούν οι ίδιες ανεξόφλητες απαιτήσεις, εάν παραμένουν ανεξόφλητες, θα υπολογισθεί δε η απόσβεση με τα νέα χρονικά δεδομένα, αφαιρουμένων των σχηματισμένων, ήδη, προβλέψεων του προηγουμένου έτος.

Ως χρόνος έναρξης υπολογισμού του κρισίμου διαστήματος της καθυστέρησης είσπραξης της απαίτησης είναι:

Α) στην έκδοση τιμολογίου, χωρίς ύπαρξη ετέρας συμφωνίας = ο χρόνος έκδοσης του τιμολογίου

Β) στην ύπαρξη συμφωνίας, παροχής πίστωσης = ο χρόνος παρόδου της διδόμενης πίστωσης

Γ) στην εξόφληση με γραμμάτιο ή συναλλαγματική, ακάλυπτα = ο χρόνος εξόφλησης του γραμματίου ή συναλλαγματικής

Δ) στην λήψη ακάλυπτης επιταγής = ο χρόνος εμφάνισης αυτής

Από το κείμενο του νόμου διαπιστώνεται ότι, θα πρέπει να έχουν προυπάρξει όλες οι προηγούμενες κατάλληλες ενέργειες ή και άλλες πρόσφορες, εκ μέρους του πιστωτή, προκειμένου να προβεί σε ολική ή μερική διαγραφή αυτών. Ομως, ο νομοθέτης δεν έλαβε σοβαρά υπ όψη την οικονομική δυσπραγία, στην οποία έχουν περιέλθει οι Ελληνες, αδιάκριτα από επάγγελμα ή οικονομική τάξη. Επομένως, θα δυσκολευθεί υπέρ το δέον η εφαρμογή της παρούσας διάταξης, κατά το ελεγκτικό στάδιο. Σύμφωνα με την ίδια πολ. 1056/02.03.2015 της Γ.Γ. Εσόδων, ο τρόπος διεκδίκησης της απαίτησης και κατοχύρωσης του εισπράξιμου αυτής, καθορίζονται από διάφορους παράγοντες, όπως, το ύψος της απαίτησης, η φερεγγυότητα ή μη του καθού και από άλλους παράγοντες, καθοριζόμενους από την ελεγκτική αρχή.

Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πιστή και σωστή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων η ανάθεση σε τρίτους της είσπραξης της απαίτησης ή η διακοπή των δοσοληψιών, όπως η φραγή των κλήσεων, στην περίπτωση επιχειρήσεων κινητής τηλεφωνίας. Ενέργειες ληφθείσες πριν την 01/01/2014, θεωρούνται ως κατάλληλες.



Η δυνατότητα της διαγραφής αυτών των απαιτήσεων, εάν έχουν προυπάρξει όλες εκείνες οι κατάλληλες ενέργειες, όπως περιγράφονται ανωτέρω, εμφανίζεται στον ακόλουθο πίνακα:

ΥΨΟΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ

ΠΟΣΟΣΤΟ ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ

Έως 1.000 ευρώ

Ανω των 12 μηνών

100%

Ανω των 1.000 ευρώ

Ανω των 12 μηνών

50%

Ανω των 1.000 ευρώ

Ανω των 18 μηνών

75%

Ανω των 1.000 ευρώ

Ανω των 24 μηνών

100%

 


2. Ανεξάρτητα από την παράγραφο 1, ο σχηματισμός προβλέψεων επισφαλών απαιτήσεων δεν επιτρέπεται στις περιπτώσεις επισφαλών απαιτήσεων ( κατά )*των μετόχων ή εταίρων της επιχείρησης με ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής δέκα τοις εκατό (10%) και των θυγατρικών εταιρειών της επιχείρησης με ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής δέκα τοις εκατό (10%), εκτός αν για την αξίωση που αφορά αυτές τις οφειλές υπάρχει εκκρεμοδικία ενώπιον δικαστηρίου ή διαιτητικού δικαστηρίου, ή εάν ο οφειλέτης έχει υποβάλει αίτημα κήρυξης σε πτώχευση ή υπαγωγής σε διαδικασία εξυγίανσης ή σε βάρος του έχει εκκινήσει η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.

* προστίθεται λέξη, άρθρο 22 παρ. 11 Ν 4223/2013

Επίσης, δεν επιτρέπεται ο σχηματισμός προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις που καλύπτονται από ασφάλιση ή οποιαδήποτε εγγυοδοσία ή άλλη ενοχική ή εμπράγματη ασφάλεια ή για οφειλές του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. ή για εκείνες που έχουν δοθεί με την εγγύηση αυτών των φορέων.

Σχολιασμός

Με την παρούσα παράγραφο δεν επιτρέπεται ο σχηματισμός προβλέψεων για την απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1, στις ακόλουθες περιπτώσεις απαιτήσεων:

Α) απαιτήσεων καλυπτομένων από οιαδήποτε ασφάλιση ή εγγυοδοσία ή άλλης μορφής ενοχική ή εμπράγματη ασφάλεια

Β) απαιτήσεων κατά του Δημοσίου ή των ΟΤΑ

Γ) απαιτήσεων, οι οποίες είναι εγγυημένες από το Δημόσιο ή τους ΟΤΑ

Δ) απαιτήσεων κατά μετόχων ή εταίρων επιχείρησης, με ποσοστό συμμετοχής τους στο μετοχικό ή εταιρικό κεφάλαιο, τουλάχιστον κατά 10%

Ε) απαιτήσεων κατά θυγατρικών εταιρειών, στις οποίες συμμετέχει κατ ελάχιστο ποσοστό 10%

Στις ανωτέρω περιπτώσεις Δ και Ε χωρεί σχηματισμός πρόβλεψης για την απόσβεση των επισφαλών απαιτήσεων κατ αυτών, εφ όσον υφίστανται οι ακόλουθες νομικές καταστάσεις:

i. Υπάρχει εκκρεμοδικία ενώπιον δικαστηρίου ή διαιτητικού οργάνου ή δικαστηρίου

ii. Ο οφειλέτης έχει υποβάλλει αίτημα κήρυξης σε πτώχευση

iii. Ο οφειλέτης έχει υποβάλλει αίτημα υπαγωγής στην διαδικασία εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 99 και επόμενα Ν 3588/2007, όπως ισχύουν, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 12 Ν 4013/2011.

iv. Εις βάρος αυτού έχει εκκινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.

3. Η πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1, ανακτάται άμεσα με τη μεταφορά αυτής της πρόβλεψης στα κέρδη της επιχείρησης, εφόσον η απαίτηση:

α) καταστεί εισπράξιμη ή

β) διαγραφεί.

Σχολιασμός

Η σχηματισθείσα πρόβλεψη για την απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ανακτάται άμεσα, με την προσθήκη του αντίστοιχου ποσού στα κέρδη της επιχείρησης, εφ όσον πληρούνται οι πιό κάτω προυποθέσεις:

Α) η απαίτηση να έχει καταστεί εισπράξιμη

Β) η απαίτηση να έχει διαγραφεί

Επειδή, ως συνήθως, ο νομοθέτης ενός Κώδικα, νομοθετεί σε πολλές περιπτώσεις με αοριστία, θα πρέπει α) να γίνει σαφές το έτος, στα κέρδη του οποίου θα προστεθεί το ανακτήσιμο ποσό της πρόβλεψης των επισφαλών απαιτήσεων. Θα είναι το έτος ανάκτησης, οπότε το ποσό θα θεωρηθεί ως έσοδο προηγουμένων χρήσεων ή προηγουμένων προβλέψεων ή το έτος σχηματισμού της απόσβεσης, οπότε θα πρέπει να υποβληθεί νέα τροποποιητική δήλωση της εν λόγω φορολογικής περιόδου, β) να αποσαφηνισθεί εάν ο νομοθέτης εννοεί την διαγραφή της απαίτησης εκ μέρους του δανειστή, εφ όσον η απαίτηση έχει ολικά ή μερικά, σύμφωνα με την παράγραφο 1, αποσβεσθεί και αχθεί στις δαπάνες της επιχείρησης.

Σύμφωνα με την πολ. 1056/02.03.2015 της Γ.Γ. Εσόδων, μία πρόβλεψη θεωρείται ότι ανακτάται, με επακόλουθο την μεταφορά της στα κέρδη της οντότητας, εφ όσον έχει αποσβεσθεί, στις περιπτώσεις 1) είσπραξης αυτής, 2) διαγραφής της.

Μία απαίτηση μπορεί να διαγραφεί, όταν σωρευτικά,

α) έχει εγγραφεί το ποσόν της στα έσοδα της επιχείρησης,

β) έχει διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογουμένου ( δια της μεταφοράς της στις δαπάνες )

γ) έχουν αναληφθεί όλες οι κατάλληλες ενέργειες για την είσπραξή της. Δηλαδή, ο οφειλέτης είναι δύστροπος ή μη αξιόπιστος ή συνεργάσιμος και εξ αυτού του λόγου η είσπραξη της οφειλής του είναι αδύνατη. Η αφερεγγυότητα του οφειλέτη θα πρέπει να αποδειχθεί με αντικειμενικό τρόπο, η οποία μπορεί να κριθεί από τα κάτωθι γεγονότα:

Α) τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου, υποχρεώνουσα τον οφειλέτη σε εξόφληση

Β) πιστοποιητικό υποθηκοφυλακείου, με το οποίο βεβαιώνεται η μη ύπαρξη ακίνητης περιουσίας ή ύπαρξη αντίστοιχης, πλήρως υποθηκευμένης

Γ) στην περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού, αντίγραφο πίνακα κατάταξης του αρμοδίου συμβολαιογράφου, από το οποίο θα προκύπτει η μη ικανοποίηση της απαίτησης

Δ) συμφωνία εξυγίανσης, κατά την πτωχευτική διαδικασία, σύμφωνα με την οποία περιορίζεται η απαίτηση του δανειστή

Ε) κήρυξη του οφειλέτη σε κατάστααση πτώχευσης, λόγω μη πληρωμής των υποχρεώσεων και μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων. Η απόσβεση της οφειλής, δεν είναι απαραίτητο να αναμένει την ολοκλήρωση της υπόθεσης.

Στ) διακοπή λειτουργίας της κεφαλαιουχικής εταιρείας - οφειλέτη.

Ολα αυτά , βεβαίως, πρέπει να εξετάζονται τόσον για την οφειλέτιδα επιχείρηση, όσον και για τους πιθανούς διευθύνοντες αυτήν, οι οποίοι έχουν τις σχετικές ευθύνες, σύμφωνα με τον νόμο.

Με άλλα λόγια, τίθεται τροχοπέδη στην διαγραφή απαιτήσεων, προς εξυπηρέτηση του αντισυμβαλλόμενου οφειλέτη. Βεβαιώσεις ή επιστολές δικηγόρων δεν αποτελούν απόδειξη της αφερεγγυότητας του οφειλέτη.

Η καταδίκη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, δεν αποτελεί απόδειξη της αφερεγγυότητας του οφειλέτη - εκδότη αυτής. Η διάταξη αυτή της παρούσας εγκυκλίου, είναι επικίνδυνη για τις εμπορικές συναλλαγές και συνήθειες. Η συγκεκριμένη καταδίκη της συγκεκριμένης ακάλυπτης επιταγής, είναι σωστό να μην χαρακτηρίζει την συνολική αφερεγγυότητα του οφειλέτη, όμως, θα πρέπει να αποδεικνύει την αφερεγγυότητά του ως προς την συγκεκριμένη πράξη.

Συνηθίζεται να χρησιμοποιείται γενικώς η έννοια του «αφερέγγυου οφειλέτη», ενώ κατ΄αρχήν θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται ως «δύστροπος ή μη συνεργάσιμος οφειλέτης». Τούτο είναι λαθεμένο. Αφερέγγυος μπορεί να χαρακτηρισθεί ο οφειλέτης, ο οποίος δεν μπορεί να εγγυηθεί στην πραγματικότητα για την αποπληρωμή του χρέους του. Επειδή, κανείς οφειλέτης δεν αυτοπροσδιορίζεται ως αφερέγγυος, για τον λόγο αυτό θα πρέπει ο δανειστής να ξετρυπώσει όλα εκείνα τα στοιχεία, που τον καθιστούν ως αφερέγγυο.

Ο πιό πάνω διαφορισμός είναι χρήσιμος κατά την νομική επεξεργασία του τεράστιου αυτού οικονομικού και πολιτικού προβλήματος, ειδικώτερα σε εποχές κακής οικονομικής φάσης ( μνημόνια κτλ ).

Στις περιπτώσεις πώλησης πραγμάτων κινητών με παρακράτηση της κυριότητας, η διαγραφή της θα γίνει μετά την διεκδίκηση της επιστροφής του κινητού πράγματος.

4. Απαίτηση δύναται να διαγραφεί για φορολογικούς σκοπούς μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) έχει προηγουμένως εγγραφεί ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλή ως έσοδο,

β) έχει προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου και

γ) έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης.

Σχολιασμός

Μία απαίτηση μπορεί να διαγραφεί για σκοπούς φορολογικούς, δηλαδή να αποτελέσει έξοδο της επιχείρησης, μόνον στις κατωτέρω, σωρευτικά λαμβανόμενες περιπτώσεις:

α) να έχει πρωταρχικά καταχωρισθεί ως έσοδο στα βιβλία της επιχείρησης. Τούτο γίνεται, σε συνδυασμό με την διάταξη της περίπτωσης α της προηγούμενης παραγράφου, σχετικά με την ανάκτηση των αποσβεσμένων επισφαλών απαιτήσεων.

β) να έχει διαγραφεί από τις απαιτήσεις της επιχείρησης σε συνδυασμό με την διάταξη της περίπτωσης β της προηγούμενης παραγράφου

γ) να έχουν αναληφθεί όλες εκείνες οι κατάλληλες ενέργειες για την διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης, όπως έχουν αναλυθεί στον σχολιασμό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Β) Νομικές ενέργειες κατά τον ΚπολΔ.

Οι νομικές ενέργειες εντάσσονται στις απαιτούμενες πράξεις μετά την δημιουργία του προβλήματος της δυστροπίας ή μη συνεργασιμότητας του οφειλέτη.

Εάν η οφειλή είναι συγκεκριμένη ο συνήθης τρόπος εξασφάλισης της παραδοχής της είναι η διαταγή πληρωμής. Η έκδοση της διαταγής πληρωμής προυποθέτει, κατ άρθρα 623 και 624 του ΚπολΔ, την ύπαρξη απαίτησης χρηματικής, αποδεικνυομένης άμεσα με κάθε είδους ιδιωτικό ή δημόσιο έγγραφο, άλλως ο δικαστής υποχρεούται κατά το άρθρο 628, να μην την εκδόσει (2).

Αλλος τρόπος ακύρωσης της διαταγής πληρωμής είναι η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής εκ μέρους του οφειλέτη (3). Απαραίτητη προυπόθεση αποτελεί ο λόγος άσκησης του ενδίκου μέσου της ανακοπής, να μην ερείδεται σε οιονδήποτε όρο ή ή αντιπαροχή, ούτε να τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία.

Ενστάσεις που μπορεί να προβληθούν ως λόγοι ανακοπής, δεν αποτελούν λόγο αναστολής της έκδοσης της απόφασης της διαταγής πληρωμής (4).

Τα αποτελέσματα της άσκησης της ανακοπής κατά της απόφασης περί έκδοσης διαταγής πληρωμής, μπορεί να είναι 2 κατευθύνσεων:

1) να είναι αρνητικά, είτε γιατί ασκήθηκε η ανακοπή εκπροθέσμως, είτε γιατί οι λόγοι που επικαλείται για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής δεν είναι νομικά αποδεκτοί. Ισχυρισμός κατά την ανακοπή αναρμοδιότητας του δικαστηρίου δεν επιφέρει νομικό αποτέλεσμα, απλά η υπόθεση μεταβιβάζεται στο αρμόδιο δικαστήριο.

2) να είναι θετικά, οπότε γίνονται αποδεκτοί οι νομικοί λόγοι που επικαλέσθηκε με την ανακοπή του ο οφειλέτης. Ισχυρισμός κατά την ανακοπή αναρμοδιότητας του δικαστηρίου δεν επιφέρει νομικό αποτέλεσμα, απλά η υπόθεση μεταβιβάζεται στο αρμόδιο δικαστήριο.

Το δεδικασμένο της υπόθεσης, άρα της απαίτησης του δανειστή επέρχεται, όταν μετά την απόρριψη της πρώτης ανακοπής, για λόγους ουσιαστικούς ή διότι ασκήθηκε εκπροθέσμως, ο δανειστής κοινοποιήσει δεύτερη διαταγή πληρωμής. Εάν δεν ασκηθεί εμπροθέσμως νέα ανακοπή ή απορριφθεί για λόγους τυπικούς, τότε επέρχεται το δεδικασμένο της απαίτησης του δανειστή.

Δεδικασμένο αποτελούν οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες δεν μπορεί να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι δε τελεσίδικες (5).

Δεδικασμένο προκαλεί και η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής του οφειλέτη. Συγκεκριμένα, η παραίτηση από το δικαίωμα της κατ άρθρο 632 του ΚΠολΔ ανακοπής επί της πρώτης επίδοσης, δεν έχει ως αποτέλεσμα το δεδικασμένο της υπόθεσης. Μόνον η παραίτηση από το δικαίωμα της κατ άρθρο 633 του ΚΠολΔ ανακοπής επί της δεύτερης επίδοσης, δύναται να δημιουργήσει το δεδικασμένο της υπόθεσης.

Δεδικασμένο είναι δυνατόν να παραχθεί (6)

Α) σε αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων

Β) σε αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων

Γ) σε αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων

Δ) σε αποφάσεις του ΣτΕ

Ε) σε αποφάσεις του ΔΕΚ ή του ΕΔΔΑ

Οι αποφάσεις αυτών των δικαστηρίων, για να παράγουν δεδικασμένο, πρέπει να είναι, διαζευκτικά,

1) υπαρκτές. Το άρθρο 313 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ορίζει περιοριστικά, ποιές από τις αποφάσεις είναι ανύπαρκτες. Επομένως, όλες οι λοιπές θεωρούνται ως υπαρκτές.

2) καταψηφιστικές, αναγνωριστικές ή διαπλαστικές (7) .

3) ανεξάρτητα διαδικασίας (8)

4) αποφάσεις κατ αντιδικία (9)

5) αποφάσεις επί ασφαλιστικών μέτρων. Το παραγόμενο δεδικασμένο με αυτές τις αποφάσεις είναι προσωρινό (10).

6) διαταγή πληρωμής και λοιπές διαιτητικές αποφάσεις (11)

7) τελεσίδικες, οριστικές αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων (12)

Αντίθετα, δεν παράγεται δεδικασμένο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) στις υποθέσεις που υπάρχει δικαστικός συμβιβασμός. ΑΠ1412/79

β) σε πράξεις δικαστικών οργάνων

γ) στον πίνακα διανομής εκπλειστηριάσματος

δ) στην προσωρινή διαταγή άρθρο ΚΠολΔ 691 παρ. 2

ε) σε αποφάσεις εκούσιας δικαιοδοσίας

στ) σε αποφάσεις επί απαλλοτρίωσης.

Για όλες τις πιό πάνω περιπτώσεις, δηλαδή της παραβίασης ή της αγνόησης του δεδικασμένου στις δικαστικές αποφάσεις, από το δικαστήριο της ουσίας, υφίσταται ο αναιρετικός έλεγχος, σύμφωνα με το άρθρο 559 παρ. 16 του ΚΠολΔ (13).

Συμπερασματικά, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, ο εξοπλισμός της διαταγής πληρωμής με την ισχύ του δεδικασμένου του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην έκπτωση του οφειλέτη από το δικαίωμα προβολής των ενστάσεων του άρθρου 330 ΚΠολΔ.

Θα εξέφευγε της στόχευσης του παρόντος άρθρου η παράθεση, εν συνεχεία, των των διαφόρων ενστάσεων και άλλων νομικών λόγων .

Ομως, το ζήτημα από φορολογικής απόψεως είναι, σε ποιό χρόνο μπορεί ο δανειστής να διαγράψει την σχηματισθείσα πρόβλεψη της επισφαλούς απαίτησής του.

Γ) Συμπερασματικές απόψεις.

Δεν αρκεί, επομένως, η οριστικοποίηση μιάς συγκεκριμένης απαίτησης, διά της επίτευξης του δεδικασμένου αυτής. Θα πρέπει να αποδειχθεί η πλήρης αφερεγγυότητα του οφειλέτη και των προσώπων που φέρουν την αλληλέγγυα ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 50 του ΚΦΔ ( Ν 4174/2013).

Δημιουργείται μία τεχνητή διάσταση απόψεων μεταξύ των νομικών και των ειδικών φορολόγων, για την χρονική στιγμή που θα πρέπει να διαγραφεί (δια της έκπτωσης από τα ακαθάριστα έσοδα) μία επισφαλής απαίτηση.

Είναι γεγονός, πως είναι χρονοβόρο και δαπανηρό να αποκτήσει κάποιος την εικόνα του συνόλου της περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη ή των αλληλεγγύως ευθυνομένων με αυτόν προσώπων, φυσικών ή νομικών. Εάν η προαναφερομένη περιουσιακή κατάσταση υπάρχει, ή εφ όσον υφίσταται δεν είναι δεσμευμένη. Τότε και, μόνον τότε, μπορεί να διαγραφεί η πρόβλεψη της επισφαλούς απαίτησης, εφ όσον συγκεντρώνει όλα τα λοιπά εννοιολογικά στοιχεία του άρθρου 26 του ΚΦΕ, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω.





___________________
(*) Ανάτυπο από το βιβλίο μου «Ανάλυση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος» Εκδόσεις Εντός 2013

(2) Γιάννη Αδαμοπούλου, «Αναγκαστική εκτέλεση» 2013 ΣΕΛ. 28

(3) Η προθεσμία άσκησης της ανακοπής είναι 15 ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 632 του ΚπολΔ

(4) ΑΠ911/2005, ΑΠ933/2011

(5) Αρθρο 21 ΚπολΔ

(6) Ερμηνεία ΚπολΔ Μιχαήλ και Αντα Μαργαρίτη, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας 2012, σελ. 321 επ.

(7) ΟλΑΠ 959/1985, ΑΟ1061/2006

(8) Κονδύλης «Το δεδικασμένο» β έκδοση

(9)ΑΠ1468/2009, Εφετθεσ11853/2003

(10) Αρθρο 695. ΚπολΔ «Η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση».

(11) Ισχύς για αποφάσεις ημεδαπών δικαστηρίων ΚπολΔ 896 εις Ερμηνεία ΚπολΔ Μιχαήλ και Αντα Μαργαρίτη, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας 2012.

(12) Oριστικές και τελεσίδικες είναι οι αποφάσεις, όταν δεν μπορεί να προβληθεί το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας ΚΠολΔ501, 308 αποφάσεις ΑΠ599/2007. Αντίθετα οι ανίσχυρες αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ΚΠολΔ313.



Απόφ. Α.Α.Δ.Ε. Α. 1341/09.08.2019
Τροποποίηση της ΠΟΛ.1184/22-11-2017 (Β4225) απόφασης του Διοικητή της ΑΑΔΕ «Διαδικασία εφαρμογής της υποβολής και ανταλλαγής των Εκθέσεων ανά Χώρα (CbC Reporting) σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 4170/2013 (Α 163) και ν.4490/2017 (Α 150)»
Εγκ. Α.Α.Δ.Ε. Ε. 2167/13.09.2019
Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 27 παρ. 5 και 56 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν.4172/2013), και του άρθρου 38 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4174/2013)
Απόφ. Α.Α.Δ.Ε. Α. 1332/21.08.2019
Τροποποίηση της Α. 1218/3-6-2019 απόφασης Διοικητή Α.Α.Δ.Ε. «Οροι και προϋποθέσεις που διέπουν τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του Ε.Φ.Κ., του Φ.Π.Α. και των λοιπών επιβαρύνσεων του φυσικού αερίου των περιπτώσεων ιζ και ιη, της παραγράφου 1, του άρθρου 73, του ν. 2960/2001, κατά την παράδοση αυτού προς κατανάλωση»
Εγκ. Α.Α.Δ.Ε. Ε. 2165/09.09.2019
Κοινοποίηση της υπ αριθ. 146/2019 Γνωμοδότησης του Β Τμήματος του Ν.Σ.Κ. σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της περίπτωσης β του άρθρου 2 της Απόφασης Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ. 1274/2013, όπως ισχύει, περί εξαίρεσης του εκκαθαριστή επιχείρησης από την προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας για πράξεις της εκκαθάρισης
Εγκ. Α.Α.Δ.Ε. Ε. 2166/10.09.2019
Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 2 του ν.4621/2019 (ΦΕΚ 128 Α) και της Απόφασης Υφυπουργού Οικονομικών και Διοικητή ΑΑΔΕ Α. 1329/2019 (ΦΕΚ 3367 Β και ΦΕΚ 3404 Β ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ). Παροχή οδηγιών για την τροποποίηση της ρύθμισης οφειλών στη Φορολογική Διοίκηση των άρθρων 98-109 του ν. 4611/2019 (ΦΕΚ 73 Α)
Περισσότερα »
Θέματα που θα μας απασχολούν όλο τον χρόνο
Στατιστικά κατώφλια έτους 2019 (Intrastat)



Επιμέλεια:Χρήστος Ν. Τότσης
Νικόλαος Χρ. Τότσης
Ειδήσεις - Κρίσεις - Σχόλια
Αρθρο του Χρήστου Ν. Τότση
Καταλογισμός φόρων και επιβολή προστίμων σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου.
Αρθρο της Τζένης Πάνου
Η παραγραφή των φορολογικών υποθέσεων
Αρθρο του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Διονύση Σαμόλη
Πώς συνδέεται το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος με τη φοροδιαφυγή και ποιες οι υποχρεώσεις του λογιστή
Αρθρο της Τατιάνας Ψαριανού
Φόρος υπεραξίας και μεταβίβασης ακινήτων κατά τη συγχώνευση των επιχειρήσεων σύμφωνα με το ν.1297/72
Αρθρο των Κ.Ι. Νιφορόπουλου - Κ.Ν.Ντρούκα
Ενδοομιλικές συναλλαγές και λογιστής/φοροτεχνικός
Αρθρο του κ. Λεβεντάκη Δημήτρη
Η Διασύνδεση των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων (ΕΛΠ) με τις διατάξεις της Φορολογίας Εισοδήματος
Αρθρο της Αναστασίας Φίλιου
Αριθμοδείκτες Λογιστικής Ανάλυσης σε Καιρούς Οικονομικής Κρίσης
Επιμέλεια:Χρήστος Ν. Τότσης
Νικόλαος Χρ. Τότσης
Ειδήσεις - Κρίσεις - Σχόλια
Αρθρο του Χρήστου Ν. Τότση
Παρέκταση παραγραφής από 5ετία σε 10ετία
Περισσότερα »
ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΑΣ
Το καλάθι είναι άδειο