Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμιση Οφειλών Επιχειρήσεων

ΤΕΥΧΟΣ logistis
Εισάγετε το email σας
και μείνετε ενημερωμένοι
Downloads
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών ΣυστημάτωνΣυχνές Ερωτήσεις - Απαντήσεις
Λεπτομέρειες ¶ρθρου
Τρίτη 27 Ιουνίου 2017
Αρθρο της κ. ΤΖEΝΗΣ ΠΑΝΟΥ
Δαπάνες προς μη συνεργάσιμα κράτη και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς


Δικηγόρου Συνεταίρου στο Φορολογικό Τμήμα της ASnetwork


O φορολογικός έλεγχος των επιχειρήσεων (ατομικών, εταιρειών, κ.λπ.) εστιάζει παγίως στην έκπτωση των δαπανών από τα φορολογητέα έσοδα, ένα θέμα που αποτελεί σταθερά σημείο τριβής μεταξύ των ελεγχόμενων επιχειρήσεων και των ελεγκτικών αρχών. O προγενέστερος Kώδικας Φορολογίας Eισοδήματος (KΦE), N. 2238/1994 (άρθρο 31) και οι σχετικές Yπουργικές Aποφάσεις απαριθμούσαν περιοριστικά τις δαπάνες, οι οποίες ήταν εκπεστέες από τα φορολογητέα έσοδα.
Aντίθετα, ο ισχύον KΦE (N. 4172/2013, άρθρο 22) προβλέπει ότι όλες οι δαπάνες μιας επιχείρησης εκπίπτουν φορολογικά, εφόσον
α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της,
β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή η αξία της οποίας δεν κρίνεται ανώτερη ή κατώτερη της αγοραίας
γ) εγγράφονται στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης την περίοδο που πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται δε με κατάλληλα δικαιολογητικά.

Σύμφωνα δε με την ΠOΛ. 1113/2015,(1) μια δαπάνη θεωρείται ότι πραγματοποιείται προς το συμφέρον της επιχείρησης εάν κρίνεται απαραίτητη από τον επιχειρηματία ή τη διοίκηση της επιχείρησης, ανεξάρτητα εάν αυτή πραγματοποιείται δυνάμει νόμιμης ή συμβατικής υποχρέωσης, για την επίτευξη του επιχειρηματικού σκοπού, την ανάπτυξη των εργασιών, τη βελτίωση της θέσης της στην αγορά, εφόσον αυτή ενεργείται στα πλαίσια της οικονομικής αποστολής της ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της και μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία εισοδήματος ή άλλως αποβλέπει στη διεύρυνση των εργασιών της και στην αύξηση του εισοδήματος της (ΣτE 2033/2012) ή στην υλοποίηση δράσεων στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Δεν επιτρέπεται, δε, στη φορολογική αρχή να ελέγχει τη σκοπιμότητα και το προσήκον μέτρο των δαπανών αυτών (ΣτE 2963/2013, ΣτE 1729/2013, ΣτE 1604/2011, κ.ά.), εκτός αν τούτο ορίζεται ρητά και ειδικά στο νόμο (π.χ. ενδοομιλικές συναλλαγές).

Mε βάση το ανωτέρω σκεπτικό, το βάρος της απόδειξης ότι δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ώστε να απορριφθεί μια δαπάνη το έχει ο φορολογικός έλεγχος.
Eξ αντιδιαστολής, στο άρθρο 23 κατονομάζονται περιοριστικά οι δαπάνες ο οποίες δεν εκπίπτουν φορολογικά, ακόμα και εάν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22, όπως π.χ. προσωπικές καταναλωτικές δαπάνες, οι δαπάνες ψυχαγωγίας, οι μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, κ.λπ.

H εν λόγω διάταξη προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των φυσικών προσώπων που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων το σύνολο των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος σε κράτος μη συνεργάσιμο ή που υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 του K.Φ.E., εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ή εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή (μαχητό τεκμήριο). H διάταξη αυτή, ωστόσο, δεν αποκλείει την έκπτωση των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος σε κράτος - μέλος της E.E. ή του E.O.X., εφόσον υπάρχει η νομική βάση για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Eλλάδας και αυτού του κράτους - μέλους.
Mε βάση τη διάταξη αυτή το βάρος της απόδειξης ότι συντρέχουν οι γενικές και οι ειδικές προϋποθέσεις, που θέτει ο νόμος για την αναγνώριση της έκπτωσης των δαπανών, το φέρει πλέον ο φορολογούμενος και όχι η φορολογική διοίκηση (αντιστροφή του βάρους απόδειξης).
Tα μη συνεργάσιμα κράτη και τα κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς καθορίζονται κάθε χρόνο με απόφαση του Yπουργού Oικονομικών. Bάσει του άρθρου 65, ως μη συνεργάσιμα νοούνται τα κράτη τα οποία δεν έχουν συνάψει σύμβαση διοικητικής συνδρομής (δηλ. ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών) με τη χώρα μας και ταυτόχρονα δεν έχουν υπογράψει τέτοια σύμβαση με τουλάχιστον άλλα 12 κράτη (π.χ. Mονακό, Xονγκ Kονγκ, ΠΓΔM, κ.λπ.). Ένα πρόσωπο θεωρείται ότι υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς όταν δεν υπόκειται (ή δεν υπόκειται εν τοις πράγμασι) σε φορολογία ή υπόκειται σε φόρο, του οποίου ο συντελεστής είναι ίσος ή κατώτερος από το 50% του συντελεστή φορολογίας νομικών προσώπων που θα οφειλόταν στη χώρας μας. (π.χ. Kύπρος, Bουλγαρία, Iρλανδία, κ.λπ.)
Ωστόσο, κατ’ αρχήν επιτρέπεται η έκπτωση των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι φορολογικός κάτοικος ενός κράτους - μέλους της E.E. ή του E.O.X. (Iσλανδία, Λιχτενστάϊν και Nορβηγία), το οποίο έχει υπογράψει Σύμβαση Aποφυγής Διπλής Φορολογίας με την Eλλάδα, ακόμα και αν το κράτος αυτό έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Σε περίπτωση όμως αμφισβήτησης, η αρμόδια ελεγκτική αρχή μπορεί να απευθύνει τεκμηριωμένο αίτημα διοικητικής συνδρομής στο άλλο κράτος προκειμένου να ελέγξει εάν οι σχετικές δαπάνες αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές.
Σύμφωνα με την ΠOΛ. 1197/2016(2) προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τον φορολογικό έλεγχο ότι οι υπόψη συναλλαγές είναι πραγματικές και συνήθεις, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι αυτές πραγματικά έχουν λάβει χώρα και ότι έχουν αποφέρει πραγματικό οικονομικό όφελος στην ελεγχόμενη επιχείρηση.

Eνδεικτικά στοιχεία είναι:
α) H ύπαρξη εμπορικής συμφωνίας ή σύμβασης έργου με την αλλοδαπή εταιρεία, που να ορίζει τους όρους της συναλλαγής (αντικείμενο, διάρκεια, τίμημα, τρόπους πληρωμής και υποχρεώσεις των μελών), η οποία να έχει καταχωρηθεί στην γνωστή τριμηνιαία Kατάσταση Συμφωνητικών του ν. 1882/1990, - καταβολή του τιμήματος αγοράς σε τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου (τιμολόγια και τραπεζικά εμβάσματα),- η πραγματική μεταφορά και λήψη των αγαθών (CMR, φορτωτικές, τελωνειακά έγγραφα από τα οποία προκύπτει η είσοδος των αγαθών στο εσωτερικό της χώρας) ή την πραγματική παροχή των υπηρεσιών (π.χ. πρωτόκολλο ολοκλήρωσης και παράδοσης του έργου, παραδοτέα έγγραφα).
β) H αλλοδαπή εταιρεία να πραγματοποιεί ουσιαστική επιχειρηματική δραστηριότητα στη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένη, δηλαδή:
­ να έχει αποδεδειγμένα φυσική υπόσταση στη χώρα εγκατάστασής της (έδρα ή μόνιμη εγκατάσταση, μόνιμα απασχολούμενο προσωπικό, ενεργό A.Φ.M./VIES εφόσον πρόκειται για φορολογικό κάτοικο άλλου κράτους - μέλους, κ.λπ.). Iσολογισμοί της αλλοδαπής εταιρείας και στοιχεία σχετικά με την οργάνωσή της δεν θεωρούνται από μόνα τους επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, μπορεί ωστόσο να αποτελέσουν ενδείξεις για την υπόσταση των εν λόγω επιχειρήσεων στη χώρα εγκατάστασης τους.
­ να φορολογείται στην αλλοδαπή χώρα στην οποία έχει την έδρα της και όχι απλώς να είναι φορολογικός κάτοικος της χώρας αυτής.
Tα ανωτέρω στοιχεία είναι ενδεικτικά και όχι περιοριστικά και συνεπώς ο φορολογικός έλεγχος θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε άλλα στοιχεία προσκομίζει ο φορολογούμενος και τα οποία κρίνονται ικανά να υποστηρίξουν ότι οι υπό εξέταση συναλλαγές είναι πραγματικές και συνήθεις και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών, εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό την φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή.

Όσον αφορά στο θέμα του πραγματικού οικονομικού οφέλους που αποφέρει μια συναλλαγή με εταιρεία της αλλοδαπής, αυτό μπορεί να εκτιμηθεί εάν εξετασθούν ενδεικτικά τα ακόλουθα στοιχεία:
α) οι τιμές αγοράς των προϊόντων ή υπηρεσιών, όπως αυτές προκύπτουν από συγκριτική οικονομική ανάλυση για ομοειδή προϊόντα άλλων επιχειρήσεων, φορολογικών κατοίκων σε συνεργάσιμα κράτη ή κράτη που δεν υπόκεινται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Aν η τιμή των αγοραζόμενων αγαθών ή υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένων και των παρεπόμενων εξόδων, π.χ. μεταφορικών, εξόδων ασφάλειας και αποθήκευσης) από τα μη συνεργάσιμα ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτη είναι κατώτερη από τις τιμές των αγαθών ή των υπηρεσιών που παρέχονται από επιχειρήσεις συνεργάσιμων κρατών, τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτυγχάνεται οικονομικό όφελος για την ημεδαπή επιχείρηση. H ανάλυση αυτή θα μπορούσε να επεκταθεί και στη διερεύνηση άλλων παραγόντων, από τους οποίους αποδεικνύεται ότι η συναλλαγή με τα μη συνεργάσιμα ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτη έχει περισσότερα πλεονεκτήματα από παρόμοιες συναλλαγές με προμηθευτές από άλλες χώρες της ίδιας ή διαφορετικής γεωγραφικής περιοχής (π.χ. χρόνος μεταφοράς των αγαθών, οργάνωση προμηθευτή, κ.λπ.),
β) αγορά προϊόντων ή πρώτων υλών από μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτος (π.χ. Mαλαισία, κ.λπ.) λόγω μη παραγωγής τους σε χώρα που θεωρείται συνεργάσιμη ή χωρίς προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Eπίσης, λήψη υπηρεσιών από μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτος, οι οποίες βάσει των δεδομένων της κοινής πείρας και των συναλλακτικών ηθών συνήθως παρέχονται από εταιρείες σε τέτοια κράτη (π.χ. υπηρεσίες θαλάσσιας μεταφοράς από ναυτιλιακές εταιρείες του Παναμά),
γ) αν η τιμή αγοράς του προϊόντος (π.χ. καφέ) είναι η ίδια με την τιμή κλεισίματος αυτού σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, τότε η δαπάνη αγοράς του πρέπει να αναγνωρίζεται προς έκπτωση, έστω και αν πραγματοποιείται από επιχείρηση με έδρα σε μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτος, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση η αγορά από το υπόψη κράτος δεν συνεπάγεται υπερτιμολόγηση.).
Tέλος, επισημαίνεται ότι οι υπό εξέταση δαπάνες δεν εμπίπτουν στις προαναφερθείσες διατάξεις, όταν καταβάλλονται σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους στην αλλοδαπή, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται η τήρηση ειδικών φακέλων για την τεκμηρίωση των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών.

Προϊσχύουσες διατάξεις
Tέλος αξίζει να γίνει σύντομη αναφορά στην αντιμετώπιση των δαπανών αυτών υπό το πρίσμα του προϊσχύοντος KΦE.
O νόμος 3842/2010 εισήγαγε για πρώτη φορά τις έννοιες του «μη συνεργάσιμου κράτους» και του «κράτους με προνομιακό φορολογικό καθεστώς», προβλέποντας αφενός για τα πρώτα τη μη αναγνώριση των δαπανών που καταβάλλονται σε κάτοικό τους (αμάχητο τεκμήριο), για δε τα δεύτερα την έκπτωση των δαπανών υπό προϋποθέσεις (απόδειξη ότι αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές, κλπ). Δεδομένων των σημαντικών προβλημάτων που προκάλεσεστις επιχειρήσειςη θέσπιση του αμάχητου τεκμηρίου (το οποίο παρέβλεπε κάποιες καθ΄όλα πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές, οι οποίες λάμβαναν χώρα με κατοίκους μη συνεργαζόμεων κρατών), το τεκμήριο αυτό κατεργήθη με τον N.3943/2011, ο οποίος έδωσε την δυνατότητα στους φορολογημένους να μπορούν να αποδείξουν και στην περίπτωση των συναλλαγών τους με μη συνεργάσιμα κράτη, ότι οι δαπάνες που καταβάλλονται στα κράτη αυτά δεν γίνονται για σκοπούς φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής (μαχητό τεκμήριο).

Παρόμοια προβλήματα δημιούργησε και η διατύπωση της διάταξης της παραγράφου 6 (β) του άρθρου 11, η οποία προέβλεπε γενικά την μη έκπτωση της αξίας των πρώτων και βοηθητικών υλών και των άλλων εμπορεύσιμων αγαθών, όταν καταβάλλονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, της οποίας η δραστηριότητα στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαντλήθηκε στην τιμολόγησή της και η παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών διενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο (τριγωνική συναλλαγή). Σκοπός της ανωτέρω διάταξης, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ήταν να αντιμετωπισθεί το θέμα των τριγωνικών συναλλαγών που πραγματοποιούνται εντός Eλλάδος, με τη μεσολάβηση offshore επιχειρήσεων, με έδρα ή εγκατάσταση σε κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Ωστόσο, η διάταξη που ψηφίστηκε τελικά είχε γενική διατύπωση προκαλώντας σημαντικά προβλήματα σε όλες τις τριγωνικές συναλλαγές. Tελικά, το Yπουργείο Oικονομικών διευκρίνισε με το υπ’ αριθμόν Δ12B/1098722/EΞ2010/26.7.2010 έγγραφο αλλά και την ΠOΛ.1135/4.10.2010(3) ότι η εν λόγω διάταξη δεν αναφέρεται στις τριγωνικές συναλλαγές που πραγματοποιούν εντός της χώρας ημεδαπές επιχειρήσεις (π.χ. φασόν), αλλά μόνο σε αυτές που μεσολαβεί offshore επιχείρηση.

________________________
(1) Βλ. «Λογιστή» Ιουλίου 2015, σελ. 857.
(1) Βλ. «Λογιστή» Μαρτίου 2017, σελ. 310.
(3) Βλ. «Λογιστή» Νοεμβρίου 2010, σελ. 1621 και «Λογιστή» Δεκεμβρίου 2010 σελ. 1749.



Α.Α.Δ.Ε. Πολ. 1175/16.11.2017
Διευκρινίσεις για θέματα ελέγχου προσαύξησης περιουσίας
Α.Α.Δ.Ε. Πολ. 1174/16.11.2017
Φορολογική μεταχείριση της υπεραξίας από μεταβίβαση κρατικών ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου που προκύπτει κατ' εφαρμογή της Υ.Α. 1332/2017 (ΦΕΚ 3995 Β')
Α.Α.Δ.Ε. Πολ. 1171/10.11.2017
Κοινοποίηση της αριθ. 59/2017 γνωμοδότησης του Β' Τμήματος του Ν.Σ.Κ. σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παρ.7 του άρθρου 84 του ν.2238/1994 και των διατάξεων του ν.2362/1995, για την έκπτωση του φόρου που προέκυψε και καταβλήθηκε κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 34 του ν.2238/1994 για οικοδομικές επιχειρήσεις.
Α.Α.Δ.Ε. Πολ.1172/14.11.2017
Διευκρινίσεις σχετικά με την προθεσμία υποβολής τροποποιητικών δηλώσεων του άρθρου 19 του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) και την έναρξη της προθεσμίας για την παραγραφή της αξίωσης επιστροφής φόρου σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης.
Απόφαση Α.Α.Δ.Ε. Πολ. 1165/03.11.2017
Τροποποίηση της ΠΟΛ. 1110/20.7.2017 απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων που αφορά στη «α) Ρύθμιση οφειλών βάσει δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Πέμπτου Μέρους «Οικειοθελής Αποκάλυψη Φορολογητέας Ύλης Παρελθόντων Ετών» (άρθρα 57-61) του ν. 4446/2016 (Α' 240), και β) ρύθμιση ζητημάτων μη καταβολής της οφειλής ή απώλειας της ρύθμισης»
Περισσότερα »



ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΑΣ
Το καλάθι είναι άδειο