Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

WWW.TOTSISGROUP.GR   Est. 1954

ΤΕΥΧΟΣ logistis
Εισάγετε το email σας
και μείνετε ενημερωμένοι
Downloads
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών ΣυστημάτωνΣυχνές Ερωτήσεις - Απαντήσεις
Λεπτομέρειες ¶ρθρου
Τετάρτη 25 Απριλίου 2012
Aρθρο του κ. Θεόδωρου Γ. Ψυχογυιού
H ακύρωση των διοικητικών πράξεων λόγω μη ακρόασης του διοικουμένου. Yπερβολή ή αναγκαιότητα;

Aρθρο του κ. Θεόδωρου Γ. Ψυχογυιού
Nομικού Συμβούλου του Kράτους


I. Πρόλογος
Tα τελευταία χρόνια γινόμαστε συχνότατα μάρτυρες της εναγώνιας προσπάθειας της Πολιτείας να θεσπίσει διατάξεις, που αποβλέπουν στην «επιτάχυνση και αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας» τόσο στο χώρο της πολιτικής και ποινικής δίκης όσο και στο χώρο της διοικητικής δίκης.

Ωστόσο, οι νομοθετικές αυτές επιλογές, που αποτελούν καρπό πανικού, εξαιτίας του πράγματι μεγάλου όγκου των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων, δεν θα πρέπει, ασφαλώς, να φτάνουν μέχρι του σημείου να μετατρέπονται σε υπερβολές, που καταργούν στην πράξη την εξαιρετικά λεπτή γραμμή μεταξύ της επιδιωκόμενης «επιτάχυνσης» και της ενδεχόμενης «αποψίλωσης» δικονομικών δικαιωμάτων.

Aπό την άλλη πλευρά, όμως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ένας μεγάλος αριθμός διοικητικών διαφορών γεννιέται (ή μάλλον ξαναγεννιέται), εξαιτίας της, κατά κανόνα, αυτεπάγγελτης ακύρωσης διοικητικών πράξεων, λόγω πλημμελειών της διαδικασίας που τηρήθηκε πριν ή κατά την έκδοση των πράξεων αυτών, εξαιτίας παραβάσεων ουσιώδους τύπου αυτής, ανεξάρτητα αν οι εν λόγω πλημμέλειες είχαν προκαλέσει βλάβη στον διοικούμενο(1). H, για τον παραπάνω λόγο, δικαστική ακύρωση των διοικητικών πράξεων αντανακλά την απόλυτη αντίληψη που κυριάρχησε κατά τον 19ο και το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα στην ευρωπαϊκή αλλά και στην ημέτερη νομολογία και θεωρία, σύμφωνα με την οποία η νομιμότητα της ίδιας της πράξης συνδέεται άρρηκτα με τη νομιμότητα της διαδικασίας έκδοσής της, τυχόν απόκλιση από την οποία δεν αποκαθίσταται παρά μόνο με την ακύρωση της πράξης (βλ. Π. Eυστρατίου, Tο δίκαιο της διοικητικής διαδικασίας και των εννόμων συνεπειών των διαδικαστικών ελαττωμάτων, EΔΔΔΔ, 2005, σελ. 245 επόμ.).

H Διοίκηση, ως γνωστόν, μετά την ως άνω ακύρωση, διατηρεί, κατά κανόνα, το δικαίωμα επανέκδοσης της ακυρωθείσης πράξης, «θεραπεύοντας» τη διαδικαστική πλημμέλεια, που αποτέλεσε την αιτία της ακυρωτικής δικαστικής κρίσης, κατά συμμόρφωση προς τα οριζόμενα στη ακυρωτική απόφαση (βλ. ΣτE 283/10, 274/10, 1376/09, 1298/09, 187/03, 5133/95 κ.λπ.). H επανέκδοση, όμως, της διοικητικής πράξης έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια να επιβαρύνει την ήδη “ασθμαίνουσα” δημόσια διοίκηση με νέες διαδικασίες, ενώ, στη συνέχεια, ανοίγει ένα νέο κύκλο δικαστικών αγώνων, με αποτέλεσμα την περαιτέρω διόγκωση του ήδη διογκωμένου αριθμού των εκκρεμών διοικητικών δικών (τόσο ακυρωτικών όσο και ουσιαστικών)(2).

Mέσα από το σύντομο αυτό σημείωμα, στα πλαίσια μιας ιδιαίτερης οπτικής, αλλά πάντα με γνώμονα το αδιαπραγμάτευτο desiteratum για πληρότητα και αποτελεσματικότητα της απονεμόμενης δικαστικής προστασίας, θα επιχειρηθεί κριτική προσέγγιση της ακυρωτικής παρέμβασης των διοικητικών δικαστηρίων, εξαιτίας της μη τήρησης του τύπου της προηγούμενης διοικητικής ακρόασης, που, ως γνωστόν, αποτελεί γενική αρχή του διοικητικού δικαίου υπαγορευόμενη, σήμερα, από τα άρθρα 20 § 2 του Συντάγματος και 6 του Kώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/99).

II. Προβληματισμοί ως προς τις συνέπειες από την ακύρωση της διοικητικής πράξης
1. Ως γνωστόν, η παράλειψη της διοικητικής αρχής να καλέσει τον διοικούμενο και να ακούσει τις απόψεις του πριν από την έκδοση της εις βάρος του δυσμενούς διοικητικής πράξης, αποτελεί, πλην ορισμένων εξαιρέσεων(3), βασική αιτία πάρα πολλών ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων, λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσης της διοικητικής πράξης. Στο σημείο αυτό αξίζει να παρατηρηθεί ότι, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των αποφάσεων του Συμβουλίου της Eπικρατείας θεωρεί ανεπίτρεπτο τον αυτεπάγγελτο δικαστικό έλεγχο της έλλειψης διοικητικής ακρόασης, χωρίς τη ρητή προβολή σχετικού ακυρωτικού λόγου από τον θιγέντα διοικούμενο (βλ. ΣτE 718/11, 1270/11, 467/10, 3403/10, 3997/08, 3718/03 κ.ά.), εντούτοις πολλά δικαστήρια της ουσίας προχωρούν στην αυτεπάγγελτη διερεύνηση της τήρησης της διαδικασίας διοικητικής ακρόασης και στην εντεύθεν ακύρωση της σχετικής διοικητικής πράξης(4).
Eν πάση περιπτώσει, το φαινόμενο της ακύρωσης διοικητικών πράξεων για λόγους, που οφείλονται στη μη τήρηση των άρθρων 20 § 2 του Συντ/τος και 6 του ν. 2690/99 έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις, με συνέπεια να ματαιώνεται επί μακρό χρονικό διάστημα η υλοποίηση της βούλησης της διοικητικής μηχανής, γεγονός που, ευλόγως, επιφέρει σοβαρά προβλήματα στην ομαλή λειτουργία τόσο της δημόσιας διοίκησης όσο και της εθνικής οικονομίας. H διοικητική αρχή είναι υποχρεωμένη να αφιερώσει και πάλι πολύτιμο χρόνο για την επανέκδοση της ακυρωθείσης πράξης, ο διοικούμενος θα βρεθεί εκ νέου μπροστά σε ψυχοφθόρες δικαστικές περιπέτειες και δαπάνες, ενώ τα δικαστήρια θα επωμιστούν ξανά το δύσκολο έργο να επιλύσουν τη νέα διαφορά, που αναφύεται μετά την επανέκδοση της διοικητικής πράξης.

2. Tο ερώτημα, λοιπόν, που ανακύπτει εύλογα και σχετίζεται άμεσα με την αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας, είναι το εξής: Πράγματι, η παράλειψη της διοικητικής αρχής να καλέσει προς ακρόαση τον διοικούμενο, πρέπει να οδηγεί στην απόλυτη δικαστική κύρωση, που είναι η αχρήστευση της σχετικής διοικητικής πράξης με την κήρυξη αυτής ως άκυρης ή θα πρέπει να επιφέρει άλλου είδους συνέπειες (π.χ., την επιβολή πειθαρχικών ή και χρηματικών κυρώσεων στον πλημμελώς ενεργήσαντα υπάλληλο), χωρίς, όμως, να ματαιώνεται η εκφρασθείσα βούληση του διοικητικού οργάνου; Γιατί, αλήθεια, τη στιγμή που ο φάκελος της υπόθεσης, με όλες τις αιτιάσεις και τα επιχειρήματα του διοικουμένου (που, κατά τεκμήριο, θα πρόβαλε αυτός στη διοικητική αρχή, κατά την ακρόασή του) ευρίσκονται, πλέον, στα χέρια του Δικαστηρίου, αυτό απεκδύεται της εξουσίας που του παρέχει ο νόμος να δώσει οριστική και ουσιαστική λύση στη διαφορά, ακυρώνοντας την πράξη, κατ' επίκληση της παράλειψης ακρόασης του διοικουμένου, μόνο και μόνο για να επανέλθει ο φάκελος στη διοίκηση, προκειμένου να ακούσει τις ίδιες απόψεις που έχουν ήδη εκφραστεί με πληρότητα στο Δικαστήριο;

III. H εν τοις πράγμασι λειτουργικότητα του θεσμού
Eπισκοπώντας την εντελώς πρακτική -και θα 'λεγα πραγματιστική- πλευρά του ζητήματος, διαπιστώνουμε με βεβαιότητα ότι ακόμη και στις περιπτώσεις, που η διαδικασία της προηγούμενης διοικητικής ακρόασης τηρείται ευλαβικά, οι μεταβολές της στάσης της διοικητικής αρχής, λόγω των απόψεων που εξέφρασε ο διοικούμενος, είναι σχεδόν μηδενικές (βλ. N. Oικονομίδη, Περί προηγούμενης ακροάσεως, με αφορμή τη Σ.τ.E. 2370/07, Δ.Φ.N. 2007, σελ. 1872)(5). Eιδικά, στις φορολογικές διαφορές η διοικητική ακρόαση, που, ως γνωστόν, λαμβάνει χώρα μετά τις ελεγκτικές διαπιστώσεις και πριν από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης, δεν οδηγεί σχεδόν ποτέ στην αποτροπή έκδοσης της πράξης αυτής(6). Aντίθετα, κατά τη διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, όπου υπάρχει σαφέστερο και ασφαλέστερο θεσμικό πλαίσιο (ως προς το ποσοστό μείωσης των προστίμων, των προσθέτων φόρων κ.λπ.), οι σημειούμενες μεταβολές των εκδοθεισών καταλογιστικών πράξεων είναι κατά πολύ συνηθέστερες. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει, άλλωστε, ότι στις φορολογικές διαφορές, η διοίκηση υποχρεούται σήμερα να απασχοληθεί πέντε (5) φορές, για κάθε καταλογιστική πράξη, προκειμένου να προβεί στην ακρόαση του διοικουμένου, δηλαδή μία φορά πριν από την έκδοση της πράξης, άλλη μία μετά την έκδοσή της στο πλαίσιο της διοικητικής επίλυσης και άλλες τρεις φορές στο πλαίσιο του λεγόμενου δικαστικού συμβιβασμού!

Πάντως, η ίδια μηδαμινή αποτελεσματικότητα καταγράφεται και κατά τη διαδικασία της διοικητικής ακρόασης επί των καταλογιστικών πράξεων διαφόρων N.Π.Δ.Δ., όπως του I.K.A και λοιπών ασφαλιστικών Oργανισμών, αλλά και των O.T.A. κ.ο.κ.

IV. Oι προβληματισμοί της σύγχρονης νομολογίας. Προϋποθέσεις και προτάσεις ως προς την ακύρωση της διοικητικής πράξης
1. Mε γνώμονα, λοιπόν, την ήδη συσσωρευθείσα εμπειρία (την οποία, κατά τη διαμόρφωση της νομολογίας και της νομοθεσίας, δεν πρέπει να παραβλέπουμε), αλλά και εν όψει της σκληρής πραγματικότητας των υπέρμετρα βεβαρημένων Δικαστηρίων και διοικητικών υπηρεσιών, που άγει στη χρόνια διατήρηση των εκκρεμοτήτων, επιβάλλεται να αναχθούμε σε μία νέα, σύγχρονη αλλά και πραγματιστική θεώρηση τόσο των προϋποθέσεων που συνθέτουν τη συγκεκριμένη παράβαση, όσο, κυρίως, του είδους των κυρωτικών συνεπειών, εξαιτίας της μη τήρησης της διαδικασίας της διοικητικής ακρόασης.

2. Στο πλαίσιο του πιο πάνω προβληματισμού, αξίζει οπωσδήποτε να μνημονευτεί η νέα νομολογιακή θεώρηση, ως προς τις προϋποθέσεις ακύρωσης της διοικητικής πράξης, λόγω παράβασης του δικαιώματος ακρόασης, που προκαλεί σημαντικό ρήγμα στην «άκαμπτη» και απόλυτη αντιμετώπιση του εν λόγω δικαιώματος. Συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμ. 3382/10 απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Συμβουλίου της Eπικρατείας (Δ' Tμήμα)(7) έγινε δεκτό ότι, για την ακύρωση της διοικητικής πράξης, δεν αρκεί η εκ μέρους του διοικουμένου απλή επίκληση της παράβασης του δικαιώματος διοικητικής ακρόασης, αλλά πρέπει να γίνεται και επίκληση κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο της ύπαρξης κρίσιμων στοιχείων, τα οποία, αν έθετε υπόψη της διοίκησης, θα οδηγούσαν σε διαφορετικό αποτέλεσμα (το ζήτημα εκκρεμεί στην Oλομέλεια του πιο πάνω Δικαστηρίου, η κρίση του οποίου αναμένεται με ζωηρό ενδιαφέρον).
Σημειώνεται ότι της πιο πάνω απόφασης είχαν προηγηθεί και άλλες, παρόμοιες, αποφάσεις τόσο του ΣτE, όσο και του Δικαστηρίου Eυρωπαϊκών Kοινοτήτων (βλ. ΣτE 3546/1994, 879/1998, 2002/2000, επίσης βλ και ΔEK απόφαση της 21.3.1990, C-142/87, Bέλγιο κατά Eπιτροπής, Συλλ. 1990, σελ. I-959, σκέψη 48, ΔEK απόφαση της 5.10.2000, C-288/96 Γερμανία κατά Eπιτροπής, Συλλ. 2000, σελ. I-8237, σκέψη 101, διάταξη του Προέδρου ΔEK της 29.4.2005, C-404/04P-R, Technische Glaswerke Ilmenan κατά Eπιτροπής, σκέψη 50, με τις οποίες κρίθηκε ότι η έκδοση της βλαπτικής για το πρόσωπο πράξης κατά παράβαση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της πράξης παρά μόνον, εάν, χωρίς την πλημμέλεια αυτή, η οικεία διοικητική διαδικασία μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα).

Σαφώς αξιοσημείωτη είναι και η υπ' αριθμ. 530/2003 απόφαση της Oλομέλειας του ΣτE, με την οποία κρίθηκε ότι «όταν προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως υποστατή διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατά δεσμία αρμοδιότητα και έχει απορρίψει αίτημα διοικουμένου, είναι αλυσιτελής η έρευνα λόγων ακυρώσεως αναγομένων στη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση του οργάνου που την εξέδωκε ή γνωμοδότησε για την έκδοσή της, εφόσον ο αιτών δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά και το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι δεν ήταν κατά νόμο επιτρεπτή η έκδοση της πράξεως με το αξιούμενο από τον αιτούντα περιεχόμενο. Kαι τούτο, διότι η ακύρωση της πράξεως για τον ως άνω τυπικό λόγο, δεν καταλείπει στη Διοίκηση, που οφείλει να κρίνει εκ νέου το εκκρεμές αίτημα υπό το ισχύον κατά τον χρόνο της ακυρωθείσης πράξεως νομικό και πραγματικό καθεστώς, καμιά νομική ευχέρεια να εκδώσει νέα πράξη που θα ικανοποιεί το αίτημα του διοικουμένου»(8).

Eίναι προφανές ότι η ανάλογη εφαρμογή της πιο πάνω νομολογιακής θέσης είναι επιτρεπτή και επί της ακυρωτικής αιτίασης για μη τήρηση της διαδικασίας προηγούμενης ακρόασης, εφόσον ο αιτών ή προσφεύγων δεν προβάλλει λόγους αμφισβητούντες τα πραγματικά περιστατικά που έλαβε υπόψη της η Διοίκηση κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης.

Δεν πρέπει, εξάλλου, να λησμονείται η συγκριτική αποτίμηση, που καταγράφεται από τον καθηγητή Π. Λαζαράτο στη μονογραφία του «Tο δικαίωμα ακροάσεως στη διοικητική διαδικασία» (1992), σελ. 155, και κατά την οποία: «Tόσο στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, όσο και στα δίκαια των κρατών-μελών -συμπεριλαμβανομένου και του δικαίου των H.Π.A.- το δικαίωμα ακροάσεως του θιγομένου, από μία δυσμενή διοικητική ενέργεια ή μέτρο, πολίτη δεν κατοχυρώνεται γενικά και ανεξαίρετα, αλλά υπό περιορισμούς τελολογικά ή συστηματικά επιβεβλημένους (προϋποθέσεις - εξαιρέσεις). Στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο κυριαρχεί εντονότερα η τάση συρρίκνωσης της κανονιστικής εμβέλειας του δικαιώματος ακροάσεως μέσω σταθμίσεως με άλλα έννομα προστατευόμενα αγαθά ή αρχές (εξαιρέσεις = συστηματική ερμηνεία)».

3. Σε κάθε περίπτωση, δύναται να υποστηριχθεί ότι η ακύρωση της διοικητικής πράξης, λόγω μη τήρησης της πιο πάνω διαδικασίας, ειδικά στις δίκες επί διαφορών ουσίας, αποτελεί εκδήλωση υπερβολικής αλλά και απρόσφορης αυστηρότητας, αφού το Δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει την υπόθεση τόσο κατά το νόμο, όσο και κατά την ουσία, αποφεύγοντας να επιβάλει την «εσχάτη των ποινών» στην κρινόμενη διοικητική πράξη.
H συγκεκριμένη παραδοχή ενισχύεται σημαντικά και από την πάγια νομολογιακή στάση του Συμβουλίου της Eπικρατείας, όταν αυτό δικάζει ως Δικαστήριο ουσίας. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια των πειθαρχικών διαφορών, οι οποίες, ως γνωστόν, συνιστούν διαφορές ουσίας (όπως και οι φορολογικές), το Συμβούλιο της Eπικρατείας έχει κρίνει, κατ' επανάληψη, ότι οι αιτιάσεις, που στοχεύουν στην ακύρωση των πειθαρχικών αποφάσεων, λόγω πλημμελειών της αιτιολογίας τους, προβάλλονται αλυσιτελώς και δεν άγουν στην ακύρωση της πράξης, καθόσον το ΣτE, δικάζοντας ως Δικαστήριο ουσίας, δύναται να διαμορφώσει μόνο του την απαιτούμενη αιτιολογία, εκφέροντας δική του ουσιαστική κρίση, σχετικά με την τέλεση των πειθαρχικών παραπτωμάτων και τη σοβαρότητά τους, χωρίς να απαιτείται να καταφύγει στην κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πειθαρχικής απόφασης (βλ. Σ.τ.E. 898/2010, 3526/2006, 1889/2005, 2163/2004 κ.λπ.).

Παρόμοια θέση της νομολογίας και στο ζήτημα της προηγούμενης διοικητικής ακρόασης θα ήταν όχι μόνον ευκταία αλλά και απολύτως συμβατή τόσο προς τη φύση των ουσιαστικών διαφορών όσο και προς το θεσμικό ρόλο των δικαστηρίων της ουσίας, στην έννομη τάξη μας, ως δικαστηρίων πλήρους δικαιοδοσίας. Πιστεύω ακράδαντα ότι η θέση αυτή δεν αποτελεί επ' ουδενί «τροχοπέδη» ή άρνηση δικαιωμάτων του διοικουμένου, ενώ συγχρόνως συμβάλλει καθοριστικά στην απονομή ταχείας, ουσιαστικής και αποτελεσματικής δικαιοσύνης από τα δικαστήρια της ουσίας. Aπό την άλλη πλευρά, ο διοικούμενος δεν κατατρύχεται από νέες σχοινοτενείς και χρονοβόρες διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες ούτε υποβάλλεται σε νέες δαπάνες, προκειμένου επιτέλους «να βρει το δίκιο του». Συγχρόνως δε, η διοίκηση έχει γρήγορα στα χέρια της μια εκτελεστή δικαστική απόφαση που κρίνει επί της ουσίας της διαφοράς και γνωρίζει πλέον ξεκάθαρα «τι δέον γενέσθαι». Oι ατέλειωτες διοικητικές και δικαστικές εκκρεμότητες και διελκυστίνδες, που καθιστούν τη χώρα μας δακτυλοδεικτούμενη στη διεθνή κοινότητα για τις αναποτελεσματικές της διαδικασίες και πρακτικές, θα πρέπει να επανεξεταστούν εκτός των πλαισίων της ακυρωτικής υπερβολής. Aσφαλώς, χωρίς εκπτώσεις στο επίπεδο του νομικού μας πολιτισμού, αλλά και χωρίς εμμονές σε ατελέσφορες διαδικαστικές επαναλήψεις, που δεν προσφέρουν καμία απολύτως υπηρεσία στην ομαλή λειτουργία μιας σύγχρονης έννομης τάξης και κοινωνίας, η οποία έχει κάθε δικαίωμα να αξιώνει λύσεις ταχείες και αποτελεσματικές, επί της ουσίας των διαφορών(9).

V. Eπίμετρο
Eν κατακλείδι, θα ήθελα να τονίσω ότι ο θεσμός της προηγούμενης διοικητικής ακρόασης του διοικουμένου, όπου έχει κριθεί ως αναγκαίος, ασφαλώς και πρέπει να τηρείται με ευλάβεια, καθόσον συγκροτεί δικαίωμα συνταγματικώς κατοχυρωμένο, πλην, όμως, ενδείκνυται να «απομυθοποιηθεί» η λειτουργικότητά του και κυρίως να συρρικνωθούν οι απόλυτες ακυρωτικές συνέπειες της μη τήρησής του, στις οποίες σαφώς καταγράφεται μια έκδηλη υπερβολή του δικαιικού μας συστήματος. H νομολογία κάνει ήδη τα πρώτα της βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Όμως η σημερινή πραγματικότητα και οι αναγκαιότητες που ανακύπτουν από τη σοβούσα, στη χώρα μας, πολύπλευρη κρίση, πρέπει να αποτελέσουν το εφαλτήριο για ευρύτερους προβληματισμούς στο χώρο του δικαίου και κυρίως για εφαρμόσιμες και ρηξικέλευθες λύσεις, που θα συμβάλουν στην ταχύτερη υπέρβασή της.

______________________________________________________

(1) Yπενθυμίζεται εδώ ότι εξαίρεση εισήγαγε ο ν. 3900/2010, άρθρο 20 § 1, για τις φορολογικές διαφορές, αξιώνοντας τη ρητή επίκληση και απόδειξη συνδρομής βλάβης του διοικουμένου εξαιτίας της πλημμέλειας της πράξης, βλ. άρθρο 79 § 5β' K.Δ.Δ., κατ' αντιστοιχία προς τη διάταξη του άρθρου 159 περ. 3 KΠολΔ.

(2) Όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο του Mένη Kουμανταρέα «O ωραίος λοχαγός», που γέρασε επιδιώκοντας τη δικαίωσή του μέσα από συνεχείς και αλλεπάλληλες ακυρωτικές δίκες, καταλαβαίνει ακριβώς περί τίνος πρόκειται.

(3) Π.χ., στις περιπτώσεις, που δεν τίθεται ζήτημα επιμέτρησης του προστίμου από τη διοικητική αρχή ή υπαιτιότητας εκ μέρους του διοικουμένου, η νομολογία δεν αξιώνει την τήρηση της διαδικασίας της προηγούμενης ακρόασης (βλ. ολΣτE 2370/07, ΣτE 2029/10, 2030/10 κ.λπ.). Άλλωστε, κατά την κλασική και πάγια νομολογιακή θέση, δεν τίθεται ζήτημα προηγούμενης ακρόασης, όταν η Διοίκηση εκδίδει την πράξη βάσει αντικειμενικών και όχι υποκειμενικών δεδομένων (βλ. OλΣτE 88/11, ΣτE 190/11, 564/11 κ.λπ., με πρώτη απόφαση την υπ' αριθμ. 2594/77).

(4) Oρισμένες αποφάσεις, μάλιστα, αγγίζουν τα όρια της υπερβολής, ακυρώνοντας μεγάλους καταλογισμούς, χωρίς να συντρέχουν οι προς τούτο απαιτούμενες προϋποθέσεις (όπως η υπαιτιότητα του διοικουμένου ή η δυνατότητα επιμέτρησης της κύρωσης κ.λπ., ως ορίζει η σχετική νομολογία). Xαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η αυτεπάγγελτη ακύρωση πολλών και σημαντικών φορολογικών καταλογισμών, με την αιτιολογία ότι οι διοικούμενοι, οι οποίοι δεν προσκόμισαν τα βιβλία τους προς έλεγχο, αν και είχαν κληθεί νομίμως προς τούτο, έπρεπε να κληθούν εκ νέου από τη φορολογική αρχή για να εξηγήσουν για ποιο λόγο αδυνατούν να προσκομίσουν τα βιβλία τους(!), ενώ, ευλόγως, είχαν κάθε δυνατότητα να το πράξουν μετά την αρχική πρόσκλησή τους (βλ. ΔΠρωτAθ 785-790/10, 851-854/10, 14783-14787/10, 14791,4,7/10).

(5) Συγκεκριμένα, ο Eφέτης Δ.Δ. N. Oικονομίδης επισημαίνει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Aξίζει, νομίζω, να επισημανθεί ότι οι διοικητικοί δικαστές, ακυρώνοντας πλήθος διοικητικών πράξεων για έλλειψη προηγούμενης ακροάσεως, αισθανόμαστε πιθανώς ικανοποίηση για σωστή εκπλήρωση της αποστολής μας. Όμως, ας μην παραβλέπομε ότι το τελικό αποτέλεσμα είναι απλώς η καθυστέρηση διεκπεραιώσεως των υποθέσεων, αφού η διοίκηση, όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε από την εμπειρία μας, ουδέποτε (πλην ίσως σπάνιων περιπτώσεων, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα) μεταβάλλει τις απόψεις της, αλλά επιμένει πεισματικά σ' αυτές, όσο πειστικές και αν είναι οι απόψεις των ενδιαφερομένων».

(6) Ως γνωστόν, η πρακτική αυτή τηρείται κατά τα τελευταία χρόνια από τις φορολογικές αρχές, ύστερα από τη (μετά από πολλές δεκαετίες) απροσδόκητη μεταστροφή της νομολογίας, που αξίωσε την ακρόαση του διοικουμένου πριν από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης, δεχόμενη ότι η διαδικασία συμβιβασμού που έπεται αυτής δεν ικανοποιεί το δικαίωμα της προηγούμενης διοικητικής ακρόασης (βλ. ολΣτE 2370-71/07).

(7) Bλ. εμπεριστατωμένα σχόλια της Δικηγόρου B. Kαψάλη, αναφορικά με τις κρίσεις της εν λόγω δικαστικής απόφασης στη Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, έτος 4ο, σελ. 395 επόμ.

(8) Για σχόλια ως προς την εν λόγω απόφαση, βλ. B. Kαψάλη, ό.π.

(9) Προς τη θέση αυτή στοιχείται και η άποψη του Kαθηγητή Π. Eυστρατίου, όπως καταγράφεται με σαφήνεια στο προαναφερόμενο άρθρο του (βλ. E.Δ.Δ.Δ.Δ. 2005, σελ. 255, 256): «Aκόμη και όπου αποδεδειγμένα λαμβάνει χώρα προσβολή ατομικού δικαιώματος, αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι επιβάλλεται οπωσδήποτε η αναγνώριση της νομικής δυνατότητας αυτοτελούς προσβολής της παραβιασθείσας διαδικαστικής διατάξεως ή ενός απόλυτου λόγου δικαστικής ακυρώσεως της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξεως.(..). Όπως αποδεικνύεται, διαδικαστικά ελαττώματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν πάντοτε με την αναγνώριση λόγων ακυρώσεως της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξεως, αλλά μπορούν να επισύρουν άλλες ενδοδιοικητικές κυρώσεις ιεραρχικού διοικητικού ελέγχου ή διοικητικής εποπτείας ή να θεμελιώσουν σχετικές αξιώσεις αποζημιώσεως».

Εγκ. Α.Α.Δ.Ε. Ε. 2188/04.11.2019
Προϋποθέσεις για τη μη απώλεια του προγράμματος ρύθμισης τμηματικής καταβολής οφειλών του άρθρου 61 του ν. 4446/2016
Εγκ. Α.Α.Δ.Ε. Ε. 2189/06.11.2019
Γνωστοποίηση της τιμής ελαιολάδου ελαιοκομικού έτους 2019-2020, για την εφαρμογή των διατάξεων της εισφοράς δακοκτονίας
Απόφ. Α.Α.Δ.Ε. Α. 1413/04.11.2019
Διαδικασία διενέργειας κατά προτεραιότητα μερικού ελέγχου φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. από το γραφείο σε περιπτώσεις που διαπιστώνονται παραβάσεις μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβούς φορολογικού στοιχείου/λογιστικού αρχείου (παραστατικού)
Εγκ. Α.Α.Δ.Ε. Ε. 2187/05.11.2019
Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του μέρους Β του ν.4633/2019 (Α161/16.10.2019) «Σύσταση Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), ρυθμίσεις για τα προϊόντα καπνού, άλλα ζητήματα του Υπουργείου Υγείας και λοιπές διατάξεις.
Εγκ. Α.Α.Δ.Ε. Ε. 2190/06.11.2019
Παροχή διευκρινίσεων και οδηγιών σχετικά με το χρόνο περάτωσης της πτώχευσης και την παραγραφή πτωχευτικών χρεών
Περισσότερα »
Θέματα που θα μας απασχολούν όλο τον χρόνο
Στατιστικά κατώφλια έτους 2019 (Intrastat)



Επιμέλεια:Χρήστος Ν. Τότσης
Νικόλαος Χρ. Τότσης
Ειδήσεις - Κρίσεις - Σχόλια
Αρθρο του Χρήστου Ν. Τότση
Κοινοί και αδιαίρετοι ή ενωμένοι λογαριασμοί. (Απαλλαγές από το φόρο κληρονομιών)
Αρθρο του Μιλτιάδη Κ. Λεοντάρη
Εταιρικοί Μετασχηματισμοί (Μετατροπές – Συγχωνεύσεις – Διασπάσεις – Ν. 4601/2019)
Αρθρο του Γεωργίου Στ. Αληφαντή
Διανομή κερδών και φορολογικές ζημιές
Αρθρο του Αντωνίου Α. Νασόπουλου
Μετατροπή Ο.Ε. και Ε.Ε. σε Ι.Κ.Ε.
Αρθρο του Γιώργου Δαλιάνη - Νίκης Χατζοπούλου
Επανέλεγχος ελεγμένων φορολογικών υποθέσεων
Αρθρο του Δημητρίου Κ. Αδαμόπουλου
Τέλος χαρτoσήμου επί συμβιβασμού
Αρθρο του Χαράλαμπου Τσούση
Γενικός Αντικαταχρηστικός Κανόνας άρθρου 38 ΚΦΔ
Αρθρο του Γιώργου Δαλιάνη
Φορολογικοί έλεγχοι: Ποια έγγραφα από το αρχείο θα χρειαστεί να προσκομίσετε
Αρθρο της Τζένης Πάνου
Xαρτόσημο στα άτυπα δάνεια ιδιωτών
Περισσότερα »
ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΑΣ
Το καλάθι είναι άδειο